ἄμπελος

ἄμπελος
Grammatical information: f.
Meaning: `grape-vine, Vitis vinifera' (Il.).
Derivatives: ἀμπελόεις (Ιλ.); ἀμπελών m. `vineyard' (Aeschin. 2, 156 [v. l.]; ἀμπελίων m. name of an unknown bird (Dionys. Av., s. Thompson Birds s. v.).
Origin: PG [a word of Pre-Greek origin]X [probably]
Etymology: Cannot be explained from IE; generally considered as a substratum word. - On pre-Rom. *ampua s. Hubschmid Zeitschr. f. rom. Phil. 66, 15ff.
Page in Frisk: 1,95

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άμπελος — η виноград как христианский символ. В Священном Писании виноградные лозы и виноград очень часто служат для иносказательных выражений. Виноградная лоза считалась у иудеев символом всего, что только было сильно, красиво и полезно. Потому в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἅμπελος — ἄμπελος , ἄμπελος grape vine fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄμπελος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμπελος — grape vine fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άμπελος — I Αρχαία πόλη της Κρήτης, στον σημερινό νομό Λασιθίου. Με την ίδια ονομασία υπάρχει και μικρό νησί στον Κορινθιακό κόλπο, στο εσωτερικό του κόλπου της Αντίπυρας. Έτσι ονομάζεται επίσης και ένα ακρωτήριο στη Χαλκιδική. II Όνομα μυθολογικών… …   Dictionary of Greek

  • Ἀμπέλω — Ἄμπελος masc nom/voc/acc dual Ἄμπελος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπέλω — ἄμπελος grape vine fem nom/voc/acc dual ἄμπελος grape vine fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπελίου — ἄμπελος grape vine neut gen sg ἀμπέλιον neut gen sg ἀμπέλιος masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπελίων — ἄμπελος grape vine neut gen pl ἀμπέλιον neut gen pl ἀμπέλιος masc/fem/neut gen pl ἀμπελίων singing bird masc nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπελίῳ — ἄμπελος grape vine neut dat sg ἀμπέλιον neut dat sg ἀμπέλιος masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμπέλια — ἄμπελος grape vine neut nom/voc/acc pl ἀμπέλιον neut nom/voc/acc pl ἀμπέλιος neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.